σεξουαλική ζωή

σεξουαλική ζωή
Το σύνολο των βιολογικών, ψυχικών και κοινωνικών λειτουργιών, που αποτελούν τη βάση της σεξουαλικής επιθυμίας και τα μέσα για την ικανοποίηση των σεξουαλικών αναγκών, από το βιολογικό σκοπό της διαιώνισης του είδους. Το άτομο δηλαδή που επιδιώκει τη σωματική ηδονή, δεν αποβλέπει επιδιώκοντάς την στη διαιώνιση του είδους. Κάθε κοινωνία έχει ωστόσο αναπτύξει θεωρίες περί ηθικής που ρυθμίζουν τη σεξουαλική ζωή των ατόμων. Ακόμα και οι αρχαίοι πολιτισμοί γνώριζαν αρκετά για τη σεξουαλική ζωή και πολλές φορές είχαν ανυψώσει σε επίπεδο συμβόλων τον φαλλό ή είχαν υιοθετήσει επίσημα διάφορες οργιαστικές τελετές. Η χριστιανική ηθική είναι βασικά αντισεξουαλική. Σε άλλες εποχές θεωρούσε αμαρτία καθετί το σωματικό. Ακόμα και στο γάμο, η σεξουαλική δραστηριότητα επιτρεπόταν μόνο για να εξασφαλιστεί η διαιώνιση του είδους. Η πρώτη αστική κοινωνία άλλαξε τις απόψεις αυτές. Οι ανθρωπιστές διακήρυξαν το δικαίωμα της σεξουαλικής ηδονής, παρά τις αντιδράσεις των πουριτανών. Στο σημείο αυτό, οι ανθρωπιστές ταυτίστηκαν με τους αρχαίους εκείνους συγγραφείς που πίστευαν επίσης στο δικαίωμα της ηδονής. Τα γεγονότα επιταχύνθηκαν με την ανεξαρτησία των νέων των πόλεων, τη συμμετοχή των γυναικών στο δημόσιο βίο και τον αγώνα για τα δικαιώματα της γυναίκας. Όλα αυτά οδήγησαν στην απελευθέρωση της σεξουαλικότητας. Η σεξουαλική ζωή τώρα αρχίζει σε νεότερη ηλικία, πράγμα που δημιουργεί συχνά ηθικά προβλήματα. Μερικοί θεωρητικοί της απόλυτης ελευθερίας, αίφνης, υποστηρίζουν ότι η σεξουαλική επανάσταση οδηγεί στην παγκόσμια απελευθέρωση. Αναμφισβήτητο πάντως είναι ότι η σεξουαλική δραστηριότητα συνδέεται στενά με τις άλλες δραστηριότητες κάθε ατόμου. Η έλλειψη πάντως σεξουαλικής ικανοποίησης εκδηλώνεται συχνά με κατάθλιψη και αντικοινωνικές πράξεις. Η σωστή σεξουαλική αγωγή είναι γι’ αυτό απαραίτητη στις σύγχρονες κοινωνίες. Αξιομνημόνευτο είναι και το γεγονός ότι η σεξουαλική ψυχρότητα στις γυναίκες δε θίγει την τεκνοποιητική ικανότητά τους. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις η ψυχρότητα υποχωρεί μετά τον πρώτο τοκετό.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • παΐδι — Από βιολογική άποψη θεωρείται π. ο άνθρωπος από τη γέννησή του μέχρι τα 9 του χρόνια ή και μέχρι τα 11 14, ανάλογα με τους επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί με το θέμα. Η επιστήμη που ασχολείται με το π. είναι σχετικά νέα. Οι αρχαίοι… …   Dictionary of Greek

  • παιδί — Από βιολογική άποψη θεωρείται π. ο άνθρωπος από τη γέννησή του μέχρι τα 9 του χρόνια ή και μέχρι τα 11 14, ανάλογα με τους επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί με το θέμα. Η επιστήμη που ασχολείται με το π. είναι σχετικά νέα. Οι αρχαίοι… …   Dictionary of Greek

  • Τανζανία — Κράτος της ανατολικής Αφρικής. Βρίσκεται ανάμεσα στην Kένυα και την Oυγκάντα στα B, στο Zαΐρ, στη Pουάντα και στο Mπουρούντι στα Δ, στη Zάμπια, στο Mαλάουι και στη Mοζαμβίκη στα Ν. Οι ανατολικές ακτές της βρέχονται από τον Iνδικό ωκεανό.H… …   Dictionary of Greek

  • επιβήτορας — ο (AM ἐπιβήτωρ) [επιβαίνω] (για αρσενικό ζώο) αυτός που οχεύει, ο βατευτής μσν. νεοελλ. 1. αυτός που ανήλθε αντικανονικά σε επισκοπικό θρόνο 2. όποιος πήρε αντικανονικά αξίωμα ή εξουσία νεοελλ. 1. αρσενικό ζώο που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για …   Dictionary of Greek

  • σεξουαλικότητα — η, Ν [σεξουαλικός] όρος ο οποίος προσδιορίζει το σύμπλεγμα τών ορμών, επιθυμιών, συνηθειών και πράξεων που σχετίζονται με τη σεξουαλική ζωή ενός οργανισμού …   Dictionary of Greek

  • χτυπώ — άω / κτυπῶ, έω, ΝΜΑ, και κτυπώ Ν 1. (αμτβ.) παταγώ, κάνω δυνατό θόρυβο, παράγω δυνατό ήχο, κροτώ (α. «όλη νύχτα χτυπούσε το παράθυρο απ τον αέρα» β. «δρῡς... μεγάλα κτυπέουσαι πῑπτον, Ομ. Ιλ.) 2. (μτβ.) κάνω κάτι να ηχήσει (α. «χτυπώ την καμπάνα» …   Dictionary of Greek

  • Μαλινόφσκι, Μπρόνισλαβ Κάσπαρ — (Bronislaw Kaspar Malinowski, Κρακοβία 1884 – Νιου Χέιβεν, Koνέκτικατ 1942). Βρετανός εθνολόγος και ανθρωπολόγος πολωνικής καταγωγής. Ήταν γιος του πολύ γνωστού στην εποχή του φιλόλογου Λουσιάν Μ. Η μητέρα του ήταν επίσης πολύ καλή γλωσολόγος.… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”